All language subtitles for asterw (1)

af Afrikaans
ak Akan
sq Albanian
am Amharic
ar Arabic
hy Armenian
az Azerbaijani
eu Basque
be Belarusian
bem Bemba
bn Bengali
bh Bihari
bs Bosnian
br Breton
bg Bulgarian
km Cambodian
ca Catalan
ceb Cebuano
chr Cherokee
ny Chichewa
zh-CN Chinese (Simplified)
zh-TW Chinese (Traditional)
co Corsican
hr Croatian
cs Czech
da Danish
nl Dutch
en English
eo Esperanto
et Estonian
ee Ewe
fo Faroese
tl Filipino
fi Finnish
fr French
fy Frisian
gaa Ga
gl Galician
ka Georgian
de German
gn Guarani
gu Gujarati
ht Haitian Creole
ha Hausa
haw Hawaiian
iw Hebrew
hi Hindi
hmn Hmong
hu Hungarian
is Icelandic
ig Igbo
id Indonesian
ia Interlingua
ga Irish
it Italian
ja Japanese
jw Javanese
kn Kannada
kk Kazakh
rw Kinyarwanda
rn Kirundi
kg Kongo
ko Korean
kri Krio (Sierra Leone)
ku Kurdish
ckb Kurdish (Soranî)
ky Kyrgyz
lo Laothian
la Latin
lv Latvian
ln Lingala
lt Lithuanian
loz Lozi
lg Luganda
ach Luo
lb Luxembourgish
mk Macedonian
mg Malagasy
ms Malay
ml Malayalam
mt Maltese
mi Maori
mr Marathi
mfe Mauritian Creole
mo Moldavian
mn Mongolian
my Myanmar (Burmese)
sr-ME Montenegrin
ne Nepali
pcm Nigerian Pidgin
nso Northern Sotho
no Norwegian
nn Norwegian (Nynorsk)
oc Occitan
or Oriya
om Oromo
ps Pashto
fa Persian
pl Polish
pt-BR Portuguese (Brazil)
pt Portuguese (Portugal)
pa Punjabi
qu Quechua
ro Romanian
rm Romansh
nyn Runyakitara
ru Russian
sm Samoan
gd Scots Gaelic
sr Serbian
sh Serbo-Croatian
st Sesotho
tn Setswana
crs Seychellois Creole
sn Shona
sd Sindhi
si Sinhalese
sk Slovak
sl Slovenian
so Somali
es Spanish Download
es-419 Spanish (Latin American)
su Sundanese
sw Swahili
sv Swedish
tg Tajik
ta Tamil
tt Tatar
te Telugu
th Thai
ti Tigrinya
to Tonga
lua Tshiluba
tum Tumbuka
tr Turkish
tk Turkmen
tw Twi
ug Uighur
uk Ukrainian
ur Urdu
uz Uzbek
vi Vietnamese
cy Welsh
wo Wolof
xh Xhosa
yi Yiddish
yo Yoruba
zu Zulu

Original subtitles

Μη! ’σε με!

’σε με, άσε με.

Θα μας δει κανείς.

’ς το μάθουν! Θες να το φωνάξω;

Όχι!

Μπα! Τα πουλάκια μου!

Κάτι άκουσα. Δεν ξέρω.

Κάτι σαν σύρσιμο, σαν τρίξιμο.

Ο αέρας είναι. Κι ο αέρας το ξέρει ότι σ' αγαπώ.

Ο γέρο-πεύκος είναι. Κι αυτός το ξέρει.

Κι ο ουρανός το ξέρει, και η γη και τα ποτάμια.

Γιατί εγώ το λέω παντού. ’γαπώ την ’στέρω.

- Κι εγώ δεν το λέω; - Δεν σ' άκουσα να το λες.

Στάσου μια στιγμή. Γύρνα από εκεί να μην ακούς.

Ε, εσύ! ’κούς; ’γαπώ τον Θύμιο.

Ναι, πολύ τον αγαπώ. Μη γίνει κουβέντα, όμως.

Στάσου, κυρά-Σταματίνα. Τους είδες με τα μάτια σου;

Κύριε των Δυνάμεων μεθ' υμών γενού, άλλο γαρ εκτός!

Και με τα μάτια μου τους είδα, και με τα φρύδια μου...

και με τη μύτη μου τους είδα.

Και με όλα μου τα υπάρχοντα.

Και φιλιόντουσαν;

Τι φιλιόντουσαν, ρουφιόντουσαν του καλού καιρού.

- Πού τους είδες, Σταματίνα; - Στο πλατάνι του Γενακάρη.

Στην αρχή που τους είδα, δεν κατάλαβα.

Λέω: ''τι κάνουν εκείνοι εκεί κάτω;''

Όταν πρόσεξα, είδα πως ήταν η ’στέρω και ο Θύμιος...

και φιλιόντουσαν.

Στάσου, κυρά Σταματίνα. Μάλλον, άδικα κολάζεσαι.

- Κι άδικα μάς κολάζεις. - Τι λες, κυρά-Λένη;

Σου λέω, ναι. Φιλιόντουσαν. Κακό είναι; ’δέρφια είναι.

’δέρφια από άλλο πατέρα και από άλλη μάνα, γίνεται;

Ψυχοκόρη την έχουν.

Μεγάλωσαν μαζί. Μεγάλωσαν σαν αδέρφια.

Θου Κύριε, επιφυλακή τον στόματί μου.

Τι αδέλφια και πράσινα άλογα;

Τα αδέρφια δεν πάνε κάτω απ' τα πλατάνια να φιληθούν.

Ούτε ρουφάνε σαλιγκάρια, όταν φιλιούνται.

Εγώ σας λέω, τους είδα με τα μάτια μου.

Εγώ είμαι η βλάχα, η βλάχα η όμορφη.

Η βλάχα η παινεμένη.

Που 'χω τα χίλια πρόβατα...

Καλημέρα σας.

’στέρω μου, πολλά χρόνια θα ζήσεις.

- Γιατί; -Ότι λέγαμε για σένα. Ψέματα;

Και τι λέγατε, παρακαλώ;

Τι καλό κορίτσι που είσαι, πόσο αγαπάς τον αδελφό σου.

Κάνε μου τη χάρη. Εμένα να μη με ξαναπιάσεις στο στόμα σου.

Και δεν πειράζει, ας ζήσω λιγότερα χρόνια.

Νά αυτά, σπόντες, καμπανιές.

Έτσι μού 'ρχεται να πάω να την αρπάξω.

Προς Θεού, όχι. Τότε είναι που θα βουίξει το χωριό.

- ’ν σου ξαναπεί τίποτα... - Σςς, ο πατέρας σου.

’πό πότε άρχισαν οι άντρες να ανακατεύονται με τις μπουγάδες;

Γιατί το λες αυτό, πατέρα;

Το μαγκάνι του πηγαδιού είχε σφίξει και με φώναξαν.

- Το έφτιαξες; - Το έφτιαξα.

Μπράβο, λεβέντη μου. Έλα μέσα που θέλω να σου πω.

Καλώς τον! Εδώ είσαι εσύ ακόμα;

Δεν πήγες στο χειμαδιό;

Είχε δουλειά κάτω στην μπουγάδα. Ξέσφιγγε το μαγκάνι.

’υτό δεν ξέσφιγγες, ρε;

’ει μέσα, γυναίκα κι άσε μας. Έχουμε κάτι να πούμε.

Ξέρεις ότι το χωριό σε κουβεντιάζει;

Κι όταν κουβεντιάζει εσένα, κουβεντιάζει κι εμένα.

Κουβεντιάζει και τη μάνα σου, κουβεντιάζει και το σπίτι σου.

- Πού θα πάει αυτό το ρεζιλίκι; - Ποιο ρεζιλίκι, πατέρα;

Μη μου κάνεις τον ανήξερο. Ο κόσμος έχει μάτια και βλέπει.

Βλέπει πως έχεις μπλεχτεί στα φουστάνια αυτής της μούλας.

Έχεις γίνει ρεζίλι των σκυλιών, αυτό βλέπει.

- Δεν σε καταλαβαίνω, πατέρα. - Εγώ, όμως, σε καταλαβαίνω.

Το κακό δεν είναι αυτό, είναι που σε καταλαβαίνουν όλοι.

Θα μου πεις, άντρας είσαι, το κέφι σου κάνεις.

Με γεια σου με χαρά σου.

Όμως, δεν φαίνεσαι σαν άνδρας, που κάνει το κέφι του.

Εσύ σοβαροπιάνεσαι.

- ’κου, πατέρα. - Δεν έχω να ακούσω τίποτα.

Εσύ να ακούς αυτά που λέω εγώ.

Και το νου σου, αρκετά ρεζιλευτήκαμε.

’ντε τώρα!

Τι έχεις εσύ;

Τίποτα, Θύμιο μου.

Πώς τίποτα; ’φού κλαις.

- Δεν κλαίω. - Κι αυτά, τι είναι;

’πό το κάρβουνο είναι.

Δεν μπορώ άλλο, δεν αντέχω, Θύμιο.

Τι έπαθες; Τι σου συμβαίνει;

Ρωτάς; Το πρωί στο ποτάμι, τώρα πριν, ο πατέρας σου.

Ή μήπως θαρρείς πως δεν βλέπω, πως δεν ακούω;

Γι' αυτό άσε. Καλύτερα ας φύγω.

- Να φύγεις; Πού να πας; - Δεν ξέρω.

Να πάρω τα μάτια μου και να χαθώ.

Κι εδώ που μένω τι κάνω; Εμπόδιο είμαι στους δικούς σου.

Μην ανακατεύεις τους δικούς μου ανάμεσά μας.

’υτοί ανακατεύονται στη ζωή μας και θα μας τη χαλάσουν.

- Κουράστηκες; -Όχι, Θύμιο. Δεν κουράστηκα.

Το πόσο σ' αγαπώ μόνο ένας Θεός το ξέρει.

’λλά εσύ θα κουραστείς. Το ξέρω, είμαι ντροπή για σένα.

Κάποτε θα με βαρεθείς και θα με παρατήσεις.

- Γι' αυτό... - Σώπα!

Όλο το χωριό το ξέρει πως είσαι γυναίκα μου.

Κι ο Θεός, τό 'πες κι εσύ, κι αυτός το ξέρει.

Κι ήρθε η ώρα, το ορκίζομαι, να το μάθουν κι οι άνθρωποι.

- Πατέρα; - Τι θέλεις;

Μια κουβέντα που ανοίξαμε πριν, την αφήσαμε στη μέση.

Νά για την ’στέρω. Έχω να σου ζητήσω κάτι.

Τι έχεις να μου ζητήσεις;

- Την ευχή σου, πατέρα. - Την ευχή μου;

- Για ποια δουλειά; - Καλά τό 'δες και καλά τό 'πες.

Σοβαροπιάνομαι. ’υτό είναι.

Με την ’στέρω μαζί μεγαλώσαμε, γελάσαμε, κλάψαμε, παίξαμε.

Όλα αυτά τα χρόνια, νόμιζα πως την αγαπώ σαν αδελφή.

’πό τον καιρό που μεγάλωσα, ένιωσα πως την αγαπώ αλλιώς.

Μια γυναίκα μου πέφτει...

κι άλλη καλύτερη κι ομορφότερη δεν ξέρω.

’ν είχε γονιούς, θα τους έβρισκα να τους το πω.

’φού έχει μόνον εσένα, το λέω σε εσένα.

Σου ζητώ την ευχή σου διπλή.

Μια φορά για εκείνη και μία για εμένα.

- Τελείωσες; - Τελείωσα.

Προτιμώ να σε δω κρεμασμένο, παρά άντρα αυτής της μούλας.

Καλύτερα να σας βάλω εγώ ο ίδιος τα νεκροστέφανα...

παρά ο κουμπάρος τα στεφάνια του γάμου.

Η κοπέλα που θα γίνει γυναίκα σου...

θα πρέπει να έχει τουλάχιστον...

500 κεφάλια πρόβατα. 500 κεφάλια γίδια.

500 λίρες μετρητές.

Και το μεγάλο κτήμα στο Ψαλίδι που είναι 1000 στρέμματα.

Με τέτοια προίκα που δίνετε στην κόρη σας, κυρά-Βασίλω...

και τον βασιλιά της ’γγλίας μπορούσε να τον πάρει.

Τι να σου πω, Σταματίνα κι ο Θεός να με βγάλει ψεύτρα.

Νομίζω ότι είναι πιο δύσκολος αυτός που διάλεξε η κόρη μας.

Και ποιος είναι αυτός, αν επιτρέπεται δηλαδή;

Ο Θύμιος, του κυρ-Μήτρου του Μπιθροκούκουρα.

Και γιατί είναι δύσκολος;

Πολλά λένε οι κακές γλώσσες. Γι' αυτό σε φώναξα.

Να μας πεις τη γνώμη σου, να μας δώσεις τη συμβουλή σου.

’κου να σου πω, Βασίλω. Ο Θύμιος...

Καλώς την πριγκιποπούλα.

Καλώς τη μαυρομάτα μου και τη γαϊτανοφρύδα.

Πού 'χει τη γλύκα στη ματιά και τη δροσιά, στα χείλια.

-Ένα γλυκό, κυρά-Σταματίνα; - Δεν ήταν ανάγκη, Μάρω μου.

Έτσι για να πιεις ένα ποτήρι νερό.

Μια και τό 'φερες!

Ωραίο πράγμα! Έχε την ευχή μου!

- Με τα χεράκια της τό 'φτιαξε. - Στην υγειά σου, χρυσοχέρα.

Στην υγειά σου, κυρά-Σταματίνα.

Κι ο Θεός να τα φέρει όπως επιθυμούμε.

Της τό 'πες;

''’ύριο πρωί-πρωί, παιδί μου να φύγεις για τα χειμαδιά''.

''Να τα καθαρίσεις, γιατί όπου νά'ναι θα κατέβουν τα ζώα''.

''Μονάχη μου θα πάω μάνα;''. ''Γιατί; Μεγάλη είσαι, φοβάσαι;''

Της είπες ότι θα μείνει εκεί;

- Και δεν σου είπε τίποτα; - Κατέβασε το κεφάλι κι έφυγε.

- Ο δικός μας, πού βρίσκεται; - Στην πλατεία, για βόλτα.

- Πιάσε ένα κατοστάρι. - Μετά χαράς, κυρ-Θύμιο.

Δεν είναι ο Θύμιος αυτός; Ο γιος του Μήτρου;

- Ναι, ο Θύμιος είναι. - ’υτός έγινε κοτζάμ άντρας.

Περνούν τα χρόνια, Θοδωρή. Περνούν τα ρημάδια.

’ντε εις υγείαν!

Θες και κανένα κοψιδάκι;

-Όχι, δεν θέλω τίποτα. - Ξεροσφύρι θα το πιεις;

- Σεκλετισμένος φαίνεται. -Έτσι είναι αυτά, Θοδωρή.

’ν βλέπεις τα νιάτα στην ταβέρνα, σεκλέτια έχει.

Τι σεκλέτι να έχει που και τα κοκκόρια τους γεννούν;

Καημένε Θοδωρή!

Ξέχασες ότι σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν πολλών ειδών καημοί.

Υπάρχουν καημοί...

που τύφλα νά 'χουν μπροστά τους οι μεγαλύτερες χαρές.

Είδες, όμως, ο Μήτρος; Πιάστηκε καλά.

’πό βοσκός, αφέντης. Και τι αφέντης!

Τού 'φερε γούρι το ορφανό.

Η ’στέρω. ’πό όταν την περιμάζεψε, άλλαξε η τύχη του.

Έπεσε ευλογία Θεού στο σπίτι του.

- Τι; - Τίποτα.

Καληνύχτα.

Στο καλό, παιδί μου.

Κατακούτελα τον έχει βαρέσει ο έρωτας.

- Λένε ότι θέλει να την πάρει. - Μακάρι να την πάρει.

Μόνο αν την πάρει ο Θύμιος, ο Θεός θα συγχωρέσει τον Μήτρο...

για τη μεγάλη αδικία που έχει κάνει στην κοπέλα.

- Δηλαδή; - ’σ' τα, είναι μεγάλη ιστορία.

Αστέρω, απόψε τα βουνά...

γιατί είναι βουρκωμένα;

Γιατί είναι βουρκωμένα;

Για σένα, κλαίνε, Αστέρω μου...

ή μήπως κλαίνε για μένα;

Ή μήπως κλαίνε για μένα;

Πού 'ν' το βοτάνι της χαράς...

να τρέξω να σ' το φέρω;

Να τρέξω να σ' το φέρω;

Για να γελάσεις μια σταλιά...

γ λυκιά, μικρή μου Αστέρω.

Γλυκιά, μικρή μου Αστέρω.

Ποιος είναι νυχτιάτικα, να του πάρει ο διάολος τον πατέρα;

Ο γιος μας θα είναι.

Τότε να μην πάρει τον πατέρα, να πάρει τον ίδιο ο διάολος!

Σώπα, κοιμήσου. ’ύριο, φεύγει και τελειώνει η ιστορία.

- Πότε φεύγει; - Τα χαράματα.

Σάμπως και ξανακαλοκαίριασε.

Μη σε ξεγελά του ήλιου το χαμόγελο.

Βροχή θα γίνει σύντομα όλη αυτή η ζέστη.

Κανέλλο! Ρε, Κανέλλο! Τι έπαθε ο Κανέλλος;

Κανένα λαγό μυρίστηκε και τρέχει να τον ξετρυπώσει.

Προχωράτε και σας έφτασα.

Μπράβο, ρε Κανέλλο. Έλεγα πως βρήκες λαγό...

αλλά εσύ μου βρήκες ελαφίνα.

Μάζεψε τον σκύλο απ' το ποτάμι και τα μάτια σου από πάνω μου.

Ο σκύλος μου θα μ' ακούσει! Τα μάτια μου, όμως, όχι!

’κουσες τι σου είπα; Μάζεψε τον σκύλο σου!

- Μη φοβάσαι, δεν δαγκώνει. - Δαγκώνω εγώ, όμως.

- Τότε νά 'ρθω να με δαγκώσεις. - Πήγαινε στο καλό σου.

Πες μου το όνομά σου, ελαφίνα μου και φεύγω.

Γύρνα μια στιγμή να ντυθώ και ύστερα, θα σ' το πω.

Ντύσου με την ησυχία σου.

Τι έπαθες εσύ και γαβγίζεις;

Έ τσι τό 'χουμε; Τώρα, θα δεις!

Πιάσ' την, Κανέλλο!

Πιο γρήγορα, τρομάρα σου! Θα τη χάσεις την ελαφίνα!

Πιο γρήγορα, μωρέ!

Για να δω.

Τι να σου πω, βρε Θάνο μου.

Όλες οι κοπέλες του χωριού κάτι τέτοια μαντήλια φορούν.

Πού να βγάλει κανείς άκρη αν είναι της μιας ή της άλλης.

Είχε ξέπλεκα μαλλιά.

Όλες οι γυναίκες, Θάνο μου, αν δεν τα έχουν πλεγμένα...

τα έχουν ξέπλεκα.

Κι ήταν όμορφη. Η πιο όμορφη από όλες.

Ούτε μ' αυτό δεν βγαίνει άκρη.

Κάθε ζευγάρι μάτια κρίνει αλλιώς την ομορφιά.

’λλιώτικα τη βλέπεις εσύ κι αλλιώτικα, ο άλλος.

’υτή που είναι όμορφη για σένα, ίσως δεν είναι για τον άλλον.

Κι αυτή που είναι όμορφη για τον άλλο, ίσως όχι για σένα.

Σωστά μιλάω, παιδιά;

Πες κανένα άλλο γνώρισμα.

- Γεια σου, Θύμιο. - Γεια σου, Θάνο.

Καλώς σας βρήκα.

Το μαντήλι μιας κοπέλας. Ζητά να μάθει ποιας είναι.

Λοιπόν, Θάνο; ’λλο γνώρισμα;

Κανένα άλλο γνώρισμα;

’, ναι. Σ τον κόρφο της επάνω είχε μια ελιά.

Και μια ελιά στην πλάτη χαμηλά.

Πάρε το μαντήλι του κοριτσιού με τις ελιές στον κόρφο.

Οι άντρες μετρούν τα λόγια τους όταν μιλούν για μια κοπέλα.

Κι ας είναι κι η πιο τιποτένια.

Με παρεξήγησες, Θύμιο. Δεν κατηγόρησα την κοπέλα.

Δεν τη ζητώ για κακό. Τη ζητώ για να την παντρευτώ.

Γυναίκα μου, ναι.

Λοιπόν, κανείς δεν ξέρει ποιας είναι το μαντήλι;

Μη βασανίζεσαι άδικα των αδίκων.

’υτό που ζητάς, ένας μονάχα μπορεί να σου πει στο χωριό.

Η κυρά-Σταματίνα.

Της ’στέρως είναι. Βέβαια!

Της ψυχοκόρης του Μήτρου.

Έχει άλλα δυο. Ένα γαλάζιο με κίτρινη κλάρα...

και ένα πράσινο με καφετί.

Δεν με ενδιαφέρει. Θέλω μόνο να πας στο αρχοντικό του Μήτρου...

και να του πεις ότι ζητώ την ευχή και τη ψυχοκόρη του.

Κι έτσι και μου τελειώσεις τη δουλειά...

θά 'χεις τόσα, κι άλλα τόσα!

Πες πως την πήρες.

Καλώς όρισες, κυρ-Θύμιο.

Πάρε το ζωντανό να το ποτίσεις. Το έσκασα στην τρεχάλα.

- Πού είναι η ’στέρω; - Μέσα.

Θύμιο μου;

- Πού είναι το μαντήλι σου; - Ποιο μαντήλι μου;

Το μαντήλι το κίτρινο με τα λουλούδια.

Τό 'χασα. Γιατί;

Γιατί, Θύμιο μου; Γιατί;

Ξεφτιλισμένη!

Μα γιατί;

Γιατί; Εγώ για Παναγιά μου σε λογάριαζα.

Το καταλαβαίνεις αυτό; Για Παναγιά μου!

Μα και εγώ για Θεό μου σε λογάριαζα.

Και σε λογαριάζω.

Να μη με λογαριάζεις πια, όπως κι εγώ από εδώ και πέρα.

- Λιάκουρα, το άλογο. - Δεν ήπιε ακόμα.

Όσο ήπιε!

Θύμιο!

Δεν έχεις τίποτα άλλο να μου πεις;

Φτου σου!

Δεν σου τελείωσα, κυρ-Θάνο. Η ’στέρω, ψυχοκόρη μου είναι.

Κι αν βρισκόταν ένα παλικάρι, δεν θα την άφηνα έτσι.

Και 50 κεφάλια πρόβατα και ρουχαλάκια θα της έδινα.

Και 5-6 κουβέρτες και στρώμα. Κι όλα τα απαραίτητα.

Όταν μου ζητά ένας άρχοντας σαν κι εσένα, τι να πω κι εγώ;

Πάει να σου πω 50 πρόβατα; Δεν πάει.

Μήτρο, μην κουράζεσαι άδικα. Δεν ζητώ πρόβατα και γίδια.

Εγώ θέλω την ’στέρω.

Δώσ' μου τη γυμνή, όπως την έκανε η μάνα της.

Την ’στέρω σου ζητώ και την ευχή σου.

Την έχεις, παιδί μου.

Να ορίσουμε τους αρραβώνες.

Στα δικά μας οι ελεύθερες, οι χήρες και οι ζωντοχήρες.

Τι αρραβώνες, κυρά-Σταματίνα; Τι να τους κάνουμε;

Νά! Οι αρραβώνες έγιναν!

Τους γάμους να ορίσουμε.

-Έτσι, κυρ-Μήτρο; -Έτσι, παιδί μου.

Κι ό,τι είναι να γίνει, να γίνει γρήγορα.

Να μη χρονοτριβούμε.

Ό,τι είναι να γίνει, να γίνει μια ώρα αρχύτερα.

’πό εδώ, κυρ-Θάνο μου.

Εμείς τα είπαμε, εντάξει;

Στην ευχή του Θεού και της Παναγιάς, παιδάκι μου.

- Μην κάνετε τον κόπο. - Τι κόπο; Χαρά μας.

Νά και ο Θύμιος.

Θύμιο, παιδί μου, σφίξε το χέρι του Θάνου.

Ευχαρίστησέ τον κι εσύ για την τιμή που μάς έκανε.

- Τι τιμή έκανε, δηλαδή; - Ζήτησε το χέρι της ’στέρως.

Την ’στέρω μας;

Να ζήσετε!

Μεγάλη τύχη για την ’στέρω.

’υτός έχεις 4.000 πρόβατα και 6.000 γίδια.

Χώρια τα αμπέλια, χώρια τα κτήματα.

Και την παίρνει έτσι. Ούτε προίκα δεν θέλει.

Χάρηκα πολύ που είχε μια τέτοια τύχη το ορφανό.

- Για το ορφανό χάρηκες; - Δεν σε καταλαβαίνω.

’πλώς ρώτησα: για το ορφανό χάρηκες;

Δεν σε καταλαβαίνω τι θες να πεις.

Βέβαια, ενδιαφέρεται!

Θύμιο;

- Η καλημέρα είναι του Θεού. - Συγγνώμη, δεν σε πρόσεξα.

’υτό είναι το παράπονό μου.

Ότι ποτέ σου δεν με πρόσεξες.

Διπλές χαρές, κυρ-Μήτρο. Διπλά τα πανηγύρια.

’ν η ψυχοκόρη σου παίρνει έναν τέτοιον άρχοντα...

ο γιος σου δεν πάει πίσω με τέτοια αρχοντοπούλα.

Και 500 πρόβατα και 500 γίδια...

αμπέλια με σαββατιανό, αμπέλια με μοσχάτο.

’μ, η κοπέλα τι σου λέει;

’ρχοντοπούλα αληθινή, γαϊτανοφρύδα, λυγερή...

με μέση δαχτυλίδι.

Μα θα τη θέλει ο γιος μου;

’γιος Ισχυρός! Γιατί να μην τη θέλει;

Πού θά 'βρει την πιο όμορφη; Πού θά 'βρει την πιο πλούσια;

’ν μια φορά σ' το πει το ναι, εγώ σ' το λέω δέκα.

Μ' αφήνεις να σου τα κανονίσω;

Κανόνισ' τα όπως καταλαβαίνεις.

- Μου δίνεις το ελεύθερο; - Μωρέ, κάνε όπως θέλεις.

Πες να σελώσουν τον Ψαρρή να πάω στην ’στέρω.

-Έχω στα αμπέλια τον Ψαρρή. - ’ς είναι και γαϊδούρι.

Καλημέρα, ’στέρω!

Μεγάλη τύχη, ’στέρω. Πολύ μεγάλη τύχη.

’δικα κουράζεσαι, κυρά μου. ’δικα χάνεις τα λόγια σου.

- Είπε ο πατέρας σου το ναι. - Δεν έχω εγώ πατέρα.

- Το είπε και η μάνα σου. - Ούτε μητέρα έχω.

Εγώ δεν έχω τίποτα, είμαι σαν τα πουρνάρια.

Μονάχη μου ξεφύτρωσα σ' αυτό τον μαύρο κόσμο.

Χαράμι τρώω το σπίτι, χαράμι κι ανασαίνω.

Ώς και στη γη όπου πατώ, άδικο βάρος δίνω.

Τι μαυρίλα είν'αυτή που κρύβεις στην καρδιά σου.

Κι αν δεν έχεις τίποτα, αύριο, θά 'χεις άντρα.

’ντρα τον πρώτον άρχοντα, τον πρώτον νοικοκύρη.

Χαλιά θα βάζει να πατάς, πούπουλα να κοιμάσαι.

Κι όλοι θα σκύβουν ταπεινά για να σε χαιρετάνε...

όταν περνάς με το άλογο, το αράπικο καβάλα.

Πρώτη θα είσαι αρχόντισσα, η πρώτη μες στις πρώτες.

Θά 'ναι βαριά τα χέρια σου από τα δαχτυλίδια.

Κουτή!

’ντε, κυρά μου, στο καλό. Τα πλούτη δε με νοιάζουν.

Εγώ, φτωχή γεννήθηκα, φτωχή θε' να πεθάνω.

Σα χελιδόνι πού 'μεινε και τό 'βρε ο χειμώνας.

- Και του ανθρώπου τι να πω; - Να τον ευχαριστήσεις.

Μεγάλη μού 'κανε τιμή και την αναγνωρίζω.

Νά 'ναι καλά ο άνθρωπος, μα δεν παντρολογιέμαι.

- Εγώ θα μείνω ανύπαντρη. - Τι; Θα καλογερέψεις;

Κι αυτό που λες το σκέφτηκα. Είναι κι αυτό μια λύση.

Έλα Χριστέ και Παναγιά, τι λες, μωρέ ’στέρω;

Όλη αυτή την ομορφιά στα μαύρα θα της κλείσεις;

Τα μαύρα από μέσα μου τά 'χω φορέσει κιόλας.

Μιας κι έτσι ήρθαν τα πράματα, ας τα φορώ κι απ' όξω.

Τους άλλους δεν τους σκέπτεσαι και δεν τους λογαριάζεις;

Σ' τό'πα, κυρά μου και πιο πριν εγώ δεν έχω άλλους.

Είμαι στον κόσμο μοναχή, σαν καλαμιά στον κάμπο.

- Κι ο αδελφός σου, κόρη μου. - Τι ο αδελφός μου;

Ούτε αυτόν τον σκέπτεσαι; ’υτόν, που σ' αγαπάει;

’υτόν που μόνον εσένανε, ’στέρω, συλλογάται;

’υτόν που βασανίζεται για σένα, για χατίρι σου.

- Ο αδελφός σου, ’στέρω μου. - Τι, ο αδελφός μου;

Δεν έπνιξε τον έρωτα πού'χε μες στην καρδιά του;

- Ποιον έρωτα, κυρά μου; - Δεν αγαπά τη Μάρω;

Τι είναι αυτά που λες; Τι σχέση έχει η Μάρω;

Ούτε αυτό το ξέρεις;

Κι αυτή τρελά τον αγαπά, κι αυτός την αγαπάει.

Εγώ του πήγα προξενειά και ξέρεις τι μου είπε;

Εδάκρυσε, ’στέρω μου. Σ' το λέω κι ανατριχιάζω.

Και μού 'πε με παράπονο, που ράγισε η καρδιά μου!

Την αδελφή μου αν δεν δω αποκατεστημένη...

όπως εγώ τη θέλω, μη μιλάτε για παντρειά, χάνετε τα λόγια.

Να παντρευτεί η ’στέρω μας και ύστερα τα λέμε.

Όσο για την αγάπη μου, την πνίγω στην καρδιά μου.

Κι αν η καρδιά μου μ'ενοχλεί, την σχίζω και την τρώω.

Να παντρευτεί η αδελφούλα μου κι ύστερα, όλα τα άλλα.

Κυρά μου, τι είν' αυτά που λες; Ξέρεις τι λες, κυρά μου;

Έλα Χριστέ και Παναγιά...

Ο Θύμιος σου τα είπε;

Μα τώρα, τί 'μαστε παιδιά; Ή μήπως τά 'χω χάσει;

Και τόσο τον εκτίμησα...

ούτε αδελφός αληθινός, να ήτανε, κυρά μου.

’γάπη τέτοια αδελφική δεν βρίσκεις πια στ'αδέρφια.

Σύρε να πεις του τσέλιγκα πως θα γεννώ δικιά του.

Νά η κουβέντα η χρυσή. Δόξα σοι η Παναγία!

Τώρα εμίλησες σωστά, καλά και μυαλωμένα.

Κι ο αδελφός σου θα χαρεί κι όλοι μας θα χαρούμε.

- ’ντε κυρά μου, πήγαινε. - Είπαμε, θα τον πάρεις;

’φού σ' το είπα μια φορά, η άλλη περιττεύει.

Δώσ' μου σημάδι της καρδιάς, σημάδι της αγάπης.

Να του το πάω να χαρεί που είναι βαλαντωμένος.

Στάσου, κυρά μου, μια στιγμή, θα πάω να σου το φέρω.

Κυρ-Μέντη, όπως κατάλαβες, παντρεύω και δεσπότη.

’λλο δεν έχω απ' αυτό. Σύρε να του το δώσεις.

Μπράβο, έχε την ευχή μου.

Και κόβει την κοτσίδα της, γελώντας, μου τη δίνει.

Σύρε, μου λέει, να τον βρεις, σύρε να του τη δώσεις.

Κι όσες τρίχες είναι εδώ, τόσα φιλιά του στέλνω.

’υτά τα λόγια που μου λες, δεν είναι της ’στέρως.

Και τα μαλλιά ποιανού είναι;

Δεν ξέρω πώς της τά 'κοψαν. Της τά 'κοψαν στον ύπνο.

Καθώς βαριοκοιμότανε, πήγαν και της τα 'κόψαν.

Την είδα με τα μάτια μου, τα έκοψε μπροστά μου.

- Ορκίσου το, κυρά μου. - Στα δώδεκα ευαγγέλια.

Να πέσουν να με κάψουν, αν δεν σου λέω αλήθεια.

Να στραβωθώ κι από τα δυο, να λιώσω στο κρεββάτι.

- Στα κόκαλα της μάνας μου... - Σταμάτα πια! Σταμάτα!

Γι' αυτό σου λέω, Θύμιο μου, τό 'χεις παρεξηγήσει.

Ναι, σ'αγαπάει η έρημη, αλλά σαν αδερφό της.

Σαν αδερφό αληθινό, σα νά 'ναι ίδιο αίμα.

Και για το Θάνο, Θύμιο μου, μού τό 'πε η κακομοίρα.

Τον αγαπώ, τρελαίνομαι, μα ό,τι πει ο Θύμιος.

’π' την ψηλότερη κορφή, στο ρέμα με γκρεμίζεις.

Με ρίχνεις απ' τα σύννεφα, στην σκοτεινιά του ’δη.

Μου έκανες το αίμα μου, μαύρο νερό του βάλ του.

’δικα σεκλετίζεσαι, άδικα βαλαντώνεις.

Σ' αυτόν τον κόσμο υπάρχουνε πολλών λογιών αγάπες.

’λλη η αγάπη του γονιού, άλλη της ερωμένης...

μα η πιο γλυκιά, η πιο αγνή είναι της αδερφούλας.

- Μη τη μωλαίνεις, Θύμιο μου. - Μα τα φιλιά της καίγανε.

Είχες ιδέα στο μυαλό και τα παρεξηγούσες.

Τα μάτια της βασίλευαν κάτω από μαύρους ίσκιους.

Όποτε την αγκάλιαζα και τη γλυκοφιλούσα.

Είχες ιδέα στο μυαλό και σου φαινόταν έτσι.

Και σού 'πε πως τον αγαπά, πως αγαπά τον Θάνο;

- Θες ξανά να σ' το ορκιστώ; -Όχι, κυρά μου, φτάνει!

Λοιπόν, της Μάρως τι να πω, που η δόλια περιμένει.

Που λιώνει για χατίρι σου σαν το κερί το φρέσκο;

Που μού 'πε πως θα σκοτωθεί αν άντρας της δε γίνεις.

Πες της, αυτή την Κυριακή, πως θα αρραβωνιαστούμε.

Νά η κουβέντα η χρυσή. Δόξα σοι η Παναγία!

Τώρα εμίλησες σωστά, καλά και μυαλωμένα.

Κι η ’στέρω θα χαρεί κι όλοι μας θα χαρούμε.

- ’ντε, κυρά μου, πήγαινε. - Να της το πω της Μάρως;

’φού σ' το είπα μια φορά, η άλλη περιττεύει.

Δώσ' μου σημάδι της καρδιάς, σημάδι της αγάπης.

Να της το πάω να χαρεί που είναι βαλαντωμένη.

Πάρ' το δαχτυλίδι μου. Το στέλ νω αρραβώνα.

Και θα καεί την Κυριακή, Θύμιο, το πελεκούδι!

Μωρέ, απόψε, μα' απόψε...

απόψε, μαυρομάτα μου.

Απόψε, μαυρομάτα μου...

θα κοιμηθούμε αντάμα.

Θα κοιμηθούμε αντάμα.

Να ζήσετε, παιδιά μου.

Για το γονιό, μεγαλύτερη χαρά απ' αυτή δεν υπάρχει.

Να μας ζήσουν, κυρ-Μήτρο και να τους χαιρόμαστε.

Η ώρα η καλή και καλούς απογόνους!

’μήν!

Στην υγειά σου, Θύμιο μου.

Στην υγειά σου, ’στέρω μου.

Μωρέ, ρίξε τα στρω...

ρίξε τα στρώματα φαρδιά.

Ρίξε τα στρώματα φαρδιά...

διπλά τα μαξιλάρια.

Διπλά τα μαξιλάρια.

Να ζήσετε, λεβέντες μου!

Δε μου λες, κυρ-Μήτρο. Οι γάμοι πότε ορίστηκαν;

Του Θύμιου και της Μάρως την παράλλη Κυριακή.

- Και του Θάνου και της ’στέρως; - Ετούτη!

Μεθαύριο. Δεν κρατιέται, βλέπεις, ο Θάνος.

Δεν κρατιέται ο άτιμος.

Σήμερα, λάμπει ο ουρανός...

σήμερα λάμπει η μέρα.

Σήμερα παίρνει ο αετός...

την άσπρη περιστέρα.

Νά 'ναι η ζωή τους όλη, ανθισμένο περιβόλι.

Ανθισμένο περιβόλι, νά 'ναι η ζωή τους όλη.

Νά 'χουν πάντα σπίτι τους...

γεμάτα τα βαρέλια.

Και γρήγορα ν' ακούσουνε...

και των παιδιών τα γέλια.

Νά 'ναι η ζωή τους όλη, ανθισμένο περιβόλι.

Ανθισμένο περιβόλι, νά 'ναι η ζωή τους όλη.

- Μα τι σ' έπιασε και κλαις; - Η συγκίνηση, βλέπεις.

Εγώ, αν ήταν να πάρω τέτοιον άντρα...

όχι μόνο δεν θα έκλαιγα, αλλά θα τραγουδούσα!

Εγώ!

’νοίξτε, θέλω κάτι να της πω.

’στέρω! ’στέρω!

Μη μιλάς εσύ, δεν κάνει.

’νοίξτε, κάτι θέλω να της πω.

’στέρω! Μ' ακούς; Μόνο μια κουβέντα πες μου.

Μόνο μία και θα φύγω.

- Τι καμώματα είναι αυτά; - Ήθελα κάτι να της πω.

- Φύγε από εδώ. - Κ άτι να τη ρωτήσω.

Γκρεμοτσακίσου και δεν έχω όρεξη για κουβέντες σήμερα.

Δεν ξέρεις πως δεν πρέπει να τη βλέπει μάτι αντρικό;

Έλα, γιε μου.

’ντε κορίτσια, αργούμε.

Εσείς είστε, κυρ-Μήτρο; Έφυγε ο κυρ-Θύμιος;

Έφυγε, ανοίξτε μου.

Κοντεύει να μεσημεριάσει.

- Πού είναι η νύφη; - Μέσα είναι.

’στέρω! ’στέρω!

’στέρω!

Εδώ ήταν, τώρα τη μπάσαμε, που χτύπαγε ο κυρ-Θύμιος.

’στέρω! ’στέρω!

Έλα Χριστός και Παναγιά, τώρα δα δεν ήταν εδώ;

Δεν είναι ούτε δυο λεπτά.

’στέρω! ’στέρω!

- Δεν το καταλαβαίνω. Έφυγε; - ’πό πού να φύγει;

- Γιατί έφυγε απ' το παράθυρο; - ’υτό είναι άλλη ιστορία.

’στέρω!

’λλο και τούτο πάλι!

Για κοιτάξτε να τη βρούμε και περιμένει ο γαμπρός.

’στέρω!

’στέρω!

Να ζήσετε!

Σάμπως πολύ αργούνε.

Βιάζεσαι, κυρ-Θάνο μου, βιάζεσαι και σου φαίνεται.

Νά ο Θύμιος, έρχεται.

Τι γίνεται; ’ργούν;

Έρχονται.

’στέρω!

’νοιξε η γη και την κατάπιε;

Πω-πω ρεζιλίκι!

’υτό είναι απ' τα άγραφα.

Μωρέ, αργούν σου λέω.

Είναι η αγάπη σου, κυρ-Θάνο που σε κάνει να ανυπομονείς.

Ρε κοίτα ο ήλιος πώς ψήλωσε. Πού 'σαι, ρε Μήτσο;

Σύρε να δεις τι γίνεται, ρώτα γιατί αργούν.

''Πού πας, ’στέρω μου;'' ''Να παντρευτώ'', μου λέει.

Και τι γυρεύεις εδώ, η εκκλησιά είν' από εκεί.

Εκεί είναι ο Θάνος, τα συμπε- θεριά, εκεί σε καρτερούνε.

Δεν θα τον πάρω τον Θάνο.

Θα παντρευτώ τον ουρανό, τα αστέρια, το σκοτάδι.

Θά'ναι ο κάμπος σπίτι μου, θά'χω τη γης κρεβάτι.

Κι ούλα τα δέντρα του βουνού φίλους και συγγενείς μου.

Τι να σας πω, παιδιά; Δεν μου φάνηκε στα συγκαλά της.

Σάμπως να τά 'χε χαμένα, γυάλιζε και το μάτι της.

- Γιατί δεν την κρατούσες; - Την κράτησα, απ' το χέρι.

Μα μου κάνει μια έτσι και μου ξεφεύγει.

Την κυνήγησα για λίγο...

μα φτερά είχαν τα πόδια της, χάθηκε μες στο δάσος.

- Το Θάνο να μηνύσουμε. - Εγώ μια φορά δεν πάω.

Θα πάω εγώ να του το ειπώ για να του πω και τ' άλλα.

Να καταλάβει ο άνθρωπος, να μην φάει η έγνοια.

Σ' ευχαριστώ, κυρ-Θανάση.

Εγώ θεώρησα καθήκον μου να σου τα πω όλα.

Και πολύ καλά έκανες.

Πέστε να φύγει ο παπάς, ο γάμος δεν θα γίνει.

Κι αντέστε πια στα σπίτια σας, εσχόλασεν ο γάμος.

- Ξέρω, ρε Μήτσο, μη μου πεις. - Εχάθηκεν η νύφη.

Ξέρω, σου είπα. Πήγαινε.

’ντε, λεβέντες. Δρόμο. Συγγνώμη που σας έφερα.

’λλά κι εγώ, δεν φταίω.

Στάσου, ρε Θύμιο. Έχω μια κουβέντα να σου πω.

Με συμπαθάτε, αλλά είναι μυστικό αυτό που έχω να πω.

Προχώρα, Μάρω, κι έρχομαι.

- Με συγχωρείς, δεν τό 'ξερα. - Ποιο δηλαδή;

’υτό για την ’στέρω. Τον έρωτα που έχετε.

’ν τό 'ξερα, ρε Θύμιο, το ορκίζομαι στην Παναγιά...

τα μάτια μου δε θά 'ριχνα στο κορμί της στο ποτάμι.

Να μού 'βγαιναν καλύτερα.

Τα σημάδια του κορμιού, τα είδες στο ποτάμι;

Το ορκίζομαι.

Μου ορκίζεσαι πως μοναχά τα είδες;

Ούτε και που την άγγιξα στου φουστανιού την άκρη.

Κι αυτή; Ποτέ δεν σού 'πε σ' αγαπώ;

’υτή δεν έβγαλε άχνα.

Κλαμμένη πάντα ήτανε όσες φορές την είδα.

Το ορκίζεσαι;

Σ' το ορκίζομαι πως είναι αγνή σαν της κορφής το χιόνι.

Κι αν κι εσύ την αγαπάς, μη χάνεις τον καιρό σου.

Τρέξε αμέσως να τη βρεις και να τη στεφανώσεις.

Και για την προίκα, έννοια σου, εγώ θα την προικίσω.

Της δίνω 1000 πρόβατα, της δίνω 1000 γίδια.

Κι ολάκερο τ' αμπέλι μου, που βγάζει το μοσχάτο.

Προίκα δεν θέλω, Θάνο. Μου φτάνει η ’στέρω...

και προίκα μου η φιλία και η εκτίμησή σου.

Τα πρόβατά σου κράτα τα και δώσε μου το χέρι.

Βρείτε τον πατέρα μου...

και πείτε του πως ο Θύμιος ξεκίνησε νά'βρει την ’στέρω.

’ν δεν τη βρει στις λαγκαδιές και στ' άγρια ρουμάνια...

θα ανέβει πάνω στην κορφή, στων αετών το βράχο...

να πέσει μες στη ρεματιά να αναπαυτεί για πάντα.

’ν την ’στέρω δεν τη βρω μέσα σε τρεις ημέρες...

ελάτε να με πάρετε στης πλατανιάς το ρέμα.

Πρέπει να το παραδεχθείς το σφάλμα σου, κυρ-Μήτρο.

Εσύ είσαι η αιτία όλης αυτής της καταστροφής.

Ναι εσύ και μόνο εσύ.

Δεν τό 'ξερες πως τα παιδιά αγαπιούνταν;

Το ξέραμε εμείς οι έξω. Μην πεις πως δεν τό 'ξερες.

Γιατί μπήκες εμπόδιο στην αγάπη τους;

Γιατί δεν τά 'φησες να ενωθούν αφού το ήθελαν;

Εγώ... Για το καλύτερο.

Ποιο είναι το καλύτερο, προπάντων για το γιο σου.

Ποια είναι ομορφότερη μες στο χωριό απ' την ’στέρω;

Ποια είναι η πιο άξια; Ποια είναι η πιο πλούσια;

Ναι, πιο πλούσια.

Το μυστικό δεν τό 'κρυψες πολύ καλά, κυρ-Μήτρο.

Είναι δυο-τρεις που ξέρουνε ποιανού είναι θυγατέρα.

Είναι δυο-τρεις που ξέρουνε πως σου την είχαν δώσει...

για να σκεπάσουν μια πομπή, μα δεν σ' τη 'δώσαν σκέτη.

Με την ’στέρω σου έδωσαν κι ένα βαρύ σεντούκι...

που ήταν γεμάτο με φλουριά και με κωνσταντινάτα.

Και χώρια αυτά που σου έδωσαν για να την αναστήσεις.

Εσύ τι ήσουν; Μπιστικός. Πώς έγινες αφέντης;

Πού 'θε τα βρήκες τα φλουριά...

που αγόρασες τα κτήματα, τα αμπέλια, τα χωράφια;

Τα πρόβατα, τα ζωντανά, τα τόσα και τα τόσα;

Ποιανού είναι, Μήτρο μου, όλα αυτά; Δεν είναι της ’στέρως;

Κι αν πέθανε ο πατέρας της κι αν χάθηκε η μάνα...

κι αν η πομπή σκεπάστηκε κι όλα ξεχαστήκαν...

είναι δυο-τρεις που τα ξέρουν αλλά κι αν αυτοί να 'λείπαν...

τα ξέρει ο Παντογνώστης.

Κι αυτός έστειλε, για να σε τιμωρήσει...

το Θύμιο, το αγόρι σου, στων αετών τον βράχο.

’ν γκρεμιστεί απ' τον γκρεμό εσύ θα τον έχεις σπρώξει.

Σώπασε, γέρο, σώπασε και πες μου τι να κάνω.

Να λυτρωθώ ο έρημος από την αμαρτία.

Και να κρατήσω στη ζωή το γιο μου το λεβέντη.

Πες να σελώσουν τα άλογα να πάμε να τον βρούμε.

Δεύτερη μέρα σήμερα...

και θέλουμε άλλη μία να φτάσουμε στων αετών το βράχο.

’ντε, σήκω. Σήκω.

Του Θύμιου η φλογέρα. Χριστέ μου! Τον προλάβαμε.

Τρεχάτε, μωρέ. Τρέξτε!

Στάσου, Θύμιο!

Στάσου, κυρ-Θύμιο, κι έρχεται ο γέρος ο πατέρας.

Τι τον κουβαλήσατε; Τι έρχεται να κάνει;

Θύμιο, παιδί μου, Θύμιο!

Δόξα σοι νά 'χει ο Θεός, σε πρόλαβα, παιδί μου.

Μπορεί να σου μιλάω, αλλά δεν είμαι ζωντανός.

Έχω πεθάνει κιόλας.

Γιατί για μένα ζωή ήτανε μόνο η ’στέρω.

’φήστε μας για δυο λεπτά, αφήστε μας μονάχους.

Πέντε κουβέντες θα σου πω, κάτσε να τις ακούσεις.

Κι ύστερα, κάνε ό,τι θες. ’φήστε μας μονάχους.

Πως είμαι ο πατέρας σου να μη το λογαριάσεις.

Μη λογαριάσεις τι έκανα για να σε αναστήσω.

Λυπήσου τ' άσπρα μου μαλλιά που τώρα εξευτελίζω.

Και σκύβω το κεφάλι μου και σου ζητώ συγγνώμη.

Εγώ μια χάρη, μοναχά ήρθα να σου ζητήσω.

’ν πήρες την απόφαση απ' τον γκρεμό να πέσεις...

πρώτος να πέσω άσε με, κι απά να ακολουθήσεις.

Γιατί δεν στέκει, γιόκα μου, να κόβουν τα βλαστάρια...

και τα κατάξερα κλαδιά να μένουν μοναχά τους.

’ν πάλι με συγχώρεσες για ό,τι σού 'χω κάνει...

πάμε μαζί στη μάνα σου που σέ 'χει λαχταρήσει.

Και στέκει στο παράθυρο τρεις μέρες και τρεις νύχτες.

Κι όλο αγναντεύει στη γωνιά μην τύχει και γυρίσεις.

Εγώ δεν έχω τίποτα με σένανε, πατέρα.

Κι αν έχω, σε συγχώρεσα, με όλη την καρδιά μου.

’λλά ζωή δε γίνεται με δίχως την ’στέρω.

Έλα μαζί μου, αγόρι μου να πάμε να τη βρούμε.

-Όλο τον κόσμο γύρισα. - Είναι τρανός ο κόσμος.

Δεν τον γυρίζεις, γιόκα μου, εύκολα σε δυο μέρες.

Πάει η ’στέρω, τώρα πια θέ νά 'ναι πεθαμένη.

’ν ήταν θα το ξέραμε. ’π' τους ανθρώπους.

Έρχεται πάντα γρήγορα το μαύρο το μαντάτο.

Κι αν οι ανθρώποι πέρασαν κοντά και δεν την είδαν;

’ν δεν τη δουν οι άνθρωποι, τη βλέπουν τα κοράκια.

’ν ήταν, θα το ξέραμε. Μην κάνεις τέτοιες σκέψεις.

Έλα καβάλα τ' άλογο να πάμε να τη βρούμε.

Κι αν δεν τη βρούμε;

Έννοια σου, είναι μικρός ο κόσμος.

Και μια βελόνα να χαθεί, σαν ψάξεις, θα την εύρεις.

Μα πριν εσύ δε μού 'λεγες είναι τρανός ο κόσμος;

Είναι τρανός, αγόρι μου, μονάχα για δυο μέρες.

Μα για μια ολόκληρη ζωή, είναι μικρός ο κόσμος.

Έλα, καβάλα τ' άλογο να πάμε να τη βρούμε.

Μού 'πανε πως την είδανε, πέρα στο Κρυονέρι.

Την είδανε που πήγαινε κατά το μοναστήρι.

- Μέρα καλή, ηγουμένη. - Καλή σου μέρα, ξένε.

Πέρασε να ξεκουραστείς, να πιεις νεράκι κρύο.

Πάρε και τους συντρόφους σου να ξαποστάσουν λίγο.

Και να ποτίσουν τ' άλογα που είναι κουρασμένα.

Σ' ευχαριστώ, μα ο καιρός δεν παίρνει.

Εμείς εδώ που ήρθαμε, ζητάμε μια κοπέλα...

που τρία ημερόνυχτα την έχουμε χαμένη.

Μας είπαν πως την είδανε να έρχεται κατά δώθε.

Ναι, μια κοπέλα πέρασε. Είναι δυο μέρες τώρα.

- Ήταν ντυμένη νυφικά. - Τη βρήκαμε, πατέρα.

Και τα μαλλιά της στόλιζαν φλουριά μαζί κι αγκάθια.

Σκισμένο το πουκάμισο, σκισμένο το σεγκούνι.

Τα χέρια και τα πόδια της, ματωμένα απ' τα αγκάθια...

κι απ' τα σκληρά πουρνάρια.

Κι όλο γελούσε κι έλεγε πως είναι παντρεμένη.

Πως πήρε πια τον ουρανό για άντρα παντοτινό της.

Πως είν' της νύχτας αδερφή κι άλλες παλαβομάρες.

- Πού είναι; Την κρατήσατε; - Δεν θέλησε να μείνει.

Ήπιε νερό, πήρε ψωμί κι έφυγε τραγουδώντας.

Πες μου, καλή ηγουμένη. Ποιον δρόμο πήρε;

Πήρε το δρόμο του βουνού, που πουθενά δε βγαίνει.

Μπρος, καβαλάτε τ' άλογα και πάμε να τη βρούμε.

Ώρα καλή σου!

-Ώρα καλή σου, αδερφέ. -Ώρα καλή, αδέρφια.

Πήρε από 'δώ το μάτι σου μια μοναχή κοπέλα;

Είναι ντυμένη νυφικά μα τά 'χει ξεσχισμένα.

Σκισμένο το πουκάμισο, σκισμένο το σεγκούνι.

Κι είναι τα ποδαράκια της, στο αίμα βουτηγμένα...

από τα αγκάθια του βουνού κι απ' τα σκληρά πουρνάρια.

Λες τη γυναίκα του ουρανού; Την αδελφή της νύχτας;

Είναι δυο μέρες στην σπηλιά, ζει εκεί πέρα μόνη.

’λλά κανείς μας δεν πατά, κανείς μας δεν κοτάει.

Γιατί η σπηλιά, όλοι το λέν', πως είναι στοιχειωμένη.

Όσοι κοντά της βρέθηκαν σε νύχτα το Γενάρη...

ακούσανε και κλάμματα, ακούσανε και γέλια.

’κουσαν και ουρλιάγματα και βόγγους κι αλυσίδες.

Κι είδαν να χορεύουνε μέσα, γυμνές νεράιδες.

Κι άντρες γυμνοί με κέρατα και με τραγίσια πόδια.

Γι' αυτό κανείς μας δεν κοτά να πάει στην κοπέλα.

Λίγο ψωμί αφήνουμε απέξω και το παίρνει.

Και λέν' πως είναι μάγισσα, νεραϊδογεννημένη.

Εγώ δεν έχω τίποτα. Είμαι σαν τα πουρνάρια.

Μονάχη μου ξεφύτρωσα σ' αυτό το μαύρο κόσμο.

Τώρα, τώρα με πήρε ο ουρανός.

Με γεια του, με χαρά του.

Πάω τη νύχτα να τον δω που είναι γεμάτος άστρα.

Να του γυρέψω μερικά, να τα κρεμάσω μπρος μου.

Έχει πολλά, πάρα πολλά και θα του περισσεύουν.

Ε, ας μου δώσει μερικά. Γυναίκα του δεν είμαι;

’στέρω!

’στέρω!

Πατέρα!

Πατέρα, εγώ δεν έχω. Μητέρα δε με γέννησε.

Είμαι σαν τα πουρνάρια. Μητέρα έχω εγώ τη γη.

Κι αδέρφια μου, τα δέντρα.

Ο πιο μικρούλης μου αδερφός είναι το χαμομήλι.

Κι ο πρώτος κι ο καλύτερος, το μαύρο κυπαρρίσι.

Μού 'πε: ''αν μου κουραστείς, έλα κοντά σε μένα''.

''Να ξαπλωθείς στον ίσκιο μου κι εγώ να στέκω ολόρθος''.

''Να σου φυλάω τον ύπνο σου και να σε παραστέκω''.

Εσείς ποιοι νά'στε τάχατες; Τι θέλετε εδώ πέρα;

Τι θέλετε στην αγκαλιά της μάνας της δικιάς μου;

Μάνες δεν έχετε εσείς για να σας αγκαλιάσουν;

’στέρω, ’στέρω μου. Νεκρή, γλυκιά μου ’στέρω.

Ποιος είναι αυτός; Τι θέλει; Γιατί με αγκαλιάζει;

Δεν θέλω αγκαλιάσματα από ανθρώπου χέρι.

Εμένα με αγκαλιάζουνε μόνο κλαδιά του δάσους.

Είναι τα δέντρα, αδέρφια μου και τα κλαδιά τους, χέρια.

Εκείνα μ' αγκαλιάζουνε κι εκείνα με χαϊδεύουν.

’στέρω, τι είναι αυτά που λες; Εγώ δεν είμαι ο Θύμιος;

Θύμιος; Και λοιπόν; Πού θέλεις να σε ξέρω;

’στέρω, σε παρακαλώ, μη σχίζεις την καρδιά μου.

’σε καλά, θα του το πω του άντρα μου το βράδυ.

Κι αν του περισσεύουνε του παίρνω πέντε αστέρια.

Έλα την Κυριακή εδώ, κρυφά να σου τα δώσω.

Τά 'χασε η έρμη, πάνε τα συλλογικά της.

Κουβέντες λέει μοναχά που είναι ανακατωμένες.

Και που ραγίζουν την καρδιά των λογικών ανθρώπων.

’στέρω, σου μιλάω εγώ. Εγώ δεν είμαι ο Θύμιος;

Θυμάσαι που σε φίλαγα το άλλο το καλοκαίρι...

κι απάνω τα τζιτζίκια έλεγαν το ίδιο το τραγούδι;

Θυμάσαι νύχτες Γεναριού...

που μες στην κάπα σ' είχα και έπεφταν γύρω χιόνια;

Και ξύλιαζαν τα χέρια σου και με παρακαλούσες...

να τα ακουμπήσεις μια σταλιά στις δυο μου τις μασχάλες;

Κι απάνω μου σφιγγόσουνα να ζεσταθείς λιγάκι;

Τη νύχτα έχω αδερφή, το μαύρο της σκοτάδι...

θα μου το κάνει φόρεμα...

να βάλω πάνω τ' άστρα.

’δικα, γιε μου, της μιλάς. Δε σε καταλαβαίνει.

Τη γλώσσα μας την ξέχασε, έχει δική της γλώσσα.

Έλα να τήνε πάρουμε, να τήνε πάμε σπίτι.

Κι ίσως θελήσει η Παναγιά να την συνεφέρει.

Κι αν ξαναβρεί το λογικό, κι αν τύχει και συνέλθει...

να πέσω μπρος στα πόδια της, πικρά να τα φιλήσω.

Να της τα πλύνω μοναχός με τα καυτά μου δάκρυα.

Κι απέ, με τ' άσπρα μου μαλλιά μου, σκυφτός...

να τα σκουπίσω.

Μήπως τυχόν με λυπηθεί, μήπως με συγχωρέσει.

Γιατί το ξέρω αλλιώτικα, στον τάφο θέ' να πέσω.

Πατέρα, τι είν'αυτά που λες; Είναι βαριές κουβέντες.

Τι έκανες;

Ό,τι έκανες, ήταν για το καλό της.

Όπως εσύ το νόμιζες, κι ας μην είχες και δίκιο.

Δεν σου είπα ακόμα, αγόρι μου, το πιο τρανό μου κρίμα.

- Υπάρχει κι άλλο, δηλαδή; - Το πιο μεγάλο από όλα.

Τα αμπέλια, τα χωράφια μας, τα πρόβατα, τα γίδια...

το σπίτι, τα κρεβάτια μας, όλα δικά της είναι.

Κι αν θέλω να γεννεί καλά, πρώτος λόγος είναι...

να νιώσει πως μετάνιωσα και της τα δίνω πίσω.

Εγώ δεν έχω τίποτα. Είμαι σαν τα πουρνάρια.

Που μόνα τους ξεφύτρωσαν.

’στέρω, έλα μαζί μου.

Μάνα, δεν πας να κοιμηθείς; Θα κάτσω εγώ κοντά της.

Εσύ να πας να κοιμηθείς που είσαι κουρασμένος.

Δεν μου σχολούν τα βλέφαρα, ούτε με παίρνει ο ύπνος.

Πάμε κι οι δυο, κι άσ' τηνε να κοιμηθεί μονάχη.

Ο ύπνος είναι φάρμακο, το πιο μεγάλο από όλα.

Κι αν ταραχθεί στον ύπνο της κι αν κάτι μας γυρέψει;

Θά 'χω τις πόρτες ανοιχτές, τα αυτιά μου τεντωμένα...

Πήγαινε τώρα, γιόκα μου, κι ο Θεός είναι μεγάλος.

Θα φτιάξουν τα πράγματα, παιδί μου, μη σε μέλλει.

’ντε, καμάρι μου, κι εγώ μια προσευχή θα κάνω.

Στην Παναγιά, στη Χάρη Της, να την παρακαλέσω.

Μάνα εγώ, μάνα κι αυτή και θα με καταλάβει.

’ντε, παιδί μου, Θύμιο μου, πήγαινε να ξαπλώσεις.

- Τώρα πατέρα, τι είναι αυτά; - Είναι πολύ το κρίμα μου.

Κι η τιμωρία πού 'πεσε στις γέρικές μου πλάτες.

Είναι βαριά, πολύ βαριά και μ' έχει γονατίσει.

Πατέρα μου, μετάνιωσες, είσαι συγχωρεμένος.

Κι αν με συγχώρεσε ο Θεός...

τον εαυτό μου ακόμα εγώ δεν τον συγχώρεσα.

Κι αν έρθει ο ’ρχάγγελος μαζί του να με πάρει...

να πάμε στον παράδεισο, εγώ θα του ξεφύγω...

να τρέξω για την κόλαση, γιατί εκεί μού πρέπει.

Την πίκρα που δοκίμασες θυμήσου, Παναγιά μου.

Όταν το Γιο Σου έβλεπες με αγκάθινο στεφάνι.

Τις σάρκες του να του τρυπούν και να τον τυραννάνε.

Θυμήσου αυτή την πίκρα σου για να με συγχωρέσεις...

εμένα την αμαρτωλή που απόψε, στέκω μπρος σου.

Μα είναι γιος μου, Παναγιά και τώρα, τόνε βλέπω...

νά 'χει κι αυτός αγκάθινο στεφάνι στο κεφάλι.

Και στην καρδιά του μια πληγή που αγιάτρευτη θα μείνει.

’ν δεν μου τόνε σπλαχνιστείς, αν δεν μου τον γλιτώσεις.

Έλα κι εσύ, αφέντη μου, να ξαποστάσεις λίγο.

Μην έχεις έγνοια, η Παναγιά το θαύμα της θα κάνει.

Τώρα της προσευχήθηκα κι είδα τη ματιά της...

νά 'ναι γλυκιά, καλόκαρδη, γιομάτη καλοσύνη.

Ο γιος μας πού είναι; Ξάπλωσε;

Θαρρώ πως βγήκε όξω.

Αστέρω, απόψε τα βουνά...

γιατί είναι βουρκωμένα.

Γιατί είναι βουρκωμένα.

’κου, γριά, τ' αηδόνι μας, το πληγωμένο αηδόνι...

που έκανε τον πόνο του τραγούδι στο φεγγάρι.

Για σένα, κλαίνε, Αστέρω μου...

ή μήπως κλαίνε για μένα;

Ή μήπως κλαίνε για μένα;

Πού 'ν' το βοτάνι της χαράς...

να τρέξω να σ' το φέρω;

Να τρέξω να σ' το φέρω;

Για να γελάσεις μια σταλιά

γ λυκιά μου, μικρή Αστέρω.

Γλυκιά, μικρή μου Αστέρω.

Θύμιο!

’στέρω, θυγατέρα μου!

Πατέρα, πατέρα!

- Μάνα! - Παιδί μου!

- ’στέρω! - Θύμιο μου!

- Συγχώρα με, παιδί μου. - Πατέρα, τι είναι αυτά που λες;

Σε πίκρανα, σ' αδίκησα, όλα τα αναγνωρίζω.

Ό,τι σου πήρα, ’στέρω μου, θα σου τα δώσω πίσω.

Να μη μου δώσεις τίποτα, μονάχα την ευχή σου.

’υτό για μένα είν' ακριβό, κι αυτό μονάχα θέλω.

Την έχεις, θυγατέρα μου. Την έχετε, παιδιά μου.

Και νά 'ρθει η ώρα η καλή κι οι δυο να ευχηθούμε...

νά 'ναι γερά, χιλιόχρονα και τα δισέγγονά μας.

Υποτιτλισμός www. νideοpress. gr

Can't find what you're looking for?
Get subtitles in any language from opensubtitles.com, and translate them here.